Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
31 / 7 / 2022

Πρόσφατα διάβαζα δύο άρθρα από το περιοδικό Ο Αναγνώστης τα οποία μιλάνε γιατί στο εξωτερικό δεν διαβάζουν τους Έλληνες λογοτέχνες. Το ένα είναι αυτό εδώ, του Νίκου Μάντη, που λέει ότι σίγουρα δεν μας διαβάζουν και προσπαθεί να εντοπίσει το γιατί. Το άλλο είναι αυτό, του Αλέξη Πανσέληνου, που αμφισβητεί ότι δεν μας διαβάζουν καθώς και άλλα πράγματα που αναφέρει το πρώτο άρθρο.

Και τα δύο εμένα μού φαίνονται ενδιαφέροντα άρθρα.

Και με τα δύο εν μέρει συμφωνώ εν μέρει διαφωνώ.

Πραγματικά, δεν μπορώ ν’αποφασίσω. Αλλά ένα πράγμα θεωρώ βέβαιο: τα πράγματα εδώ με τη λογοτεχνία πάνε χάλια.

Γιατί;

Έχουμε κακούς λογοτέχνες; Όχι, δεν νομίζω ότι είναι καθόλου αυτό.

Αλλά προτού πω μερικές δικές μου σκέψεις σχετικά με το γιατί της υπόθεσης, θα πω το εξής: Το βλέπουμε, όπως πάντα, τελείως ελληνοκεντρικά το θέμα. Υπάρχουν και άλλες χώρες σ’αυτό τον κόσμο που η λογοτεχνία τους δεν διαβάζεται και πολύ διεθνώς. Έχετέ το υπόψη αυτό. Είναι σημαντικό.

Η λογοτεχνία που γενικά διαβάζεται διεθνώς είναι γραμμένη στα αγγλικά: είναι από ΗΠΑ, Καναδά, Αγγλία, και Αυστραλία. Και δεν νομίζω ότι αυτό είναι τυχαίο. Σε έναν κόσμο όπου οι αγορές κυριαρχούν και όχι η τέχνη, φυσικά και οι χώρες που έχουν τις ισχυρότερες αγορές θα έχουν και την «ισχυρότερη» λογοτεχνία.

Λοιπόν, προτού αναρωτηθείτε για οτιδήποτε άλλο, σκεφτείτε πρώτα αυτό το παραπάνω.

Για το αν τα ξενόγλωσσα βιβλία είναι καλύτερα από ποιοτικής άποψης, πραγματικά το αμφιβάλλω. Πέρα από ένα βασικό επίπεδο ικανότητας (που προφανώς πρέπει να υπάρχει), πολλά από αυτά δεν είναι και τόσο καλά (για να μην πούμε ότι είναι της πλάκας). Δεν έχει σημασία αυτό για το πόσο ευρέως διαβάζονται. Αλλιώς δεν θα βλέπαμε τόσες σαχλαμάρες να γίνονται μπεστ-σέλλερ. Και μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: πολλές σαχλαμάρες γίνονται μπεστ-σέλλερ. Άρα, αφήστε το θέμα της ποιοτικότητας. Δεν παίζει ρόλο στο πόσο πολύ διαβάζεται κάτι σε μια συγκεκριμένη περίοδο.

Περισσότερο παίζουν ρόλο η διαφήμιση και το αν αυτό το πράγμα (είτε βιβλίο είτε οτιδήποτε άλλο) τυχαίνει εκείνη την περίοδο να χτυπήσει κάποια «φλέβα» της κοινωνίας, να μιλάει για κάτι που ερεθίζει τον κόσμο για διάφορους λόγους – κοινωνικούς, πολιτικούς, ερωτικούς, οτιδήποτε.

Σχετικά με το γιατί δεν μας διαβάζουν, εμάς, τους Έλληνες, στο εξωτερικό, πολλά μπορείς να πεις ότι ισχύουν· και θα μπορούσες να αναρωτηθείς το αντίστοιχο και για άλλες μικρές χώρες (ή και μεγαλύτερες).

Στη δική μας περίπτωση – πέρα από τυχαίους παράγοντες, παράγοντες αγοράς, και τα σχετικά – νομίζω πως φταίει η οργάνωση και ο άσκοπος διαπληκτισμός που υπάρχει πάντα αναμεταξύ μας, που ο ένας προσπαθεί να βγάλει το μάτι του άλλου ή να τον παραγκωνίσει, κι όλα αυτά χωρίς κανέναν καλό λόγο.

Σας ρωτάω εγώ: Αρχίζεις να γράφεις λογοτεχνία, και συνεχίζεις να γράφεις και να γράφεις και να γράφεις. Σου αρέσει. Το κάνεις με μεράκι, το κάνεις συστηματικά, το κάνεις επαγγελματικά. (Ναι, εντάξει, αυτή είναι και η δική μου περίπτωση, δεν το κρύβω.) Και ποιος από τους «επίσημους φορείς» δείχνει ενδιαφέρον; Κανένας, βασικά. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Ή πρέπει να το κάνεις μόνος σου και να γουστάρεις με αυτό το ίδιο το πράγμα, ή πρέπει να το σταματήσεις, ή πρέπει να πας να αυτοκτονήσεις.

Κατά βάση, αυτό είναι το πρόβλημα.

Δεν υπάρχει κανένας που να κοιτάζει και να βλέπει ποιος γράφει· κι αν κοιτάζει, δεν ενδιαφέρεται, εκτός αν ο συγγραφέας πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως κομματικές, πολιτικές, κοινωνικές, ή οτιδήποτε άλλο – πχ, να είναι γνωστός, φίλος, συγγενής, ή του «κύκλου» του.

Αυτό είναι που μας έχει φάει. Ο περίγυρος και τα ρέστα. Δεν κοιτάμε ανθρώπους – να δούμε τι κάνει ο άλλος. Κοιτάμε τον περίγυρο και όλα τα περιφερειακά εκτός από το ίδιο το αντικείμενο. Μπορεί ο άλλος να είναι τρομερός λογοτέχνης αλλά τι κρίμα που είναι αναρχικός ή ακροδεξίος: ε, μαλάκας θα είναι! Αυτή είναι η νοοτροπία που επικρατεί.

Και μετά, έχεις και τους «καλοθελητές» που εμμέσως πλην σαφώς προσπαθούν να σου βγάλουν το μάτι επειδή, ξέρω γω, φοβούνται ότι ίσως να τους κλέψεις τη θέση την ανύπαρκτη ή τα κέρδη που αγγίζουν το μηδέν στη χώρα μας από αυτά τα πράγματα.

Όταν, λοιπόν, επικρατεί μια τέτοια κατάσταση, πώς να μεταφραστούν δικά μας λογοτεχνικά κείμενα και να προωθηθούν σωστά ώστε να διαβαστούν στο εξωτερικό; Εδώ δεν διαβάζονται καλά-καλά στο εσωτερικό. Δουλευόμαστε;

Αλλιώς, αν έχω άδικο – και ίσως να έχω: δεν είμαι αλάνθαστος – ιδού η Ρόδος ιδού και η μετάφρασις. Εγώ τόσα βιβλία έχω γράψει (και συνεχίζω να γράφω, και θα συνεχίσω να γράφω μέχρι που κάτι να με σκοτώσει)· ας έρθει κάποιος να μου κάνει σοβαρή πρόταση για μετάφραση. Και, όταν λέω «σοβαρή», εννοώ σοβαρή. Να μου πει θα σε πληρώσω τόσο και κάποιος άλλος θα μεταφράσει τα τάδε βιβλία σου που με ενδιαφέρουν. Όχι να έρθει να μου πει (γιατί μου έχει τύχει κι αυτό) μετάφρασέ τα μόνος σου και χωρίς να πάρεις φράγκο. Λογοτεχνία γράφω επειδή είναι μια τρομερή εμπειρία· μετάφραση, όμως, δεν κάνω δωρεάν.

 

 

Επίσης . . .

Τι Είναι, Τελικά, Φανταστική Λογοτεχνία;


Νοείται φανταστική λογοτεχνία χωρίς το υπερβατικό στοιχείο;

Τι είναι εκείνο που κάνει τη φανταστική λογοτεχνία φανταστική; Έχετε ποτέ αναρωτηθεί; Είναι απλώς το να είναι μια αφήγηση ευφάνταστη; Είναι το να περιλαμβάνει υπερφυσικά στοιχεία; Είναι το να διαδραματίζεται σε άλλους κόσμους (και μόνο αυτό, ίσως); Είναι το να έχει ορκ και ξωτικά; Είναι το να έχει μάγους και δράκους; Είναι το να έχει ανθρώπους με εξωφρενικές δυνάμεις (κάποιου είδους);

Πρέπει να έχει κάτι από τα παραπάνω, ή και τίποτα;

Τελευταία, λοιπόν, διαβάζω την Dandelion Dynasty, την τετραλογία του Ken Liu (τίτλοι: The Grace of Kings· The Wall of Storms· The Veiled Throne· Speaking Bones). Είμαι τώρα στο τελευταίο βιβλίο, και με έχει ήδη κάνει να σκεφτώ κάποια πράγματα που μάλλον περισσότερο σε γενικό άρθρο ταιριάζουν παρά σε βιβλιοκριτική. Θα κάνω και βιβλιοκριτική όταν τελειώσω την τετραλογία· αλλά αυτό το άρθρο δεν θα χωρά εκεί σε καμία περίπτωση. Στέκεται από μόνο του.

Περιληπτικά, για την Dandelion Dynasty, θα πω ότι τα δύο πρώτα βιβλία μού άρεσαν πολύ (όπως έχω ήδη γράψει στα αναγνώσματά μου του 2025), αλλά από το τρίτο άρχισε να με απογοητεύει σφοδρά. Και συνεχίζει έτσι στο τέταρτο. Με το ζόρι το διαβάζω, απλά και μόνο γιατί έχω μια περιέργεια να δω πώς θα τελειώσει αλλά και για να μην πω ότι το άφησα στη μέση. Κρίμα που έχασε τον δυναμισμό του...

Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα τούτου του άρθρου.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Μαΐου (26/5)


—γκράφιτι από τη Βραζιλία ... Zoomquilt 1 & 2 (& παρόμοια) ... Gen Z πριν από δύο αιώνες ... Gilgamesh (μια μικρή ταινία) ... Εξώφυλλα για το The Man Who Fell to Earth ... The Warrior's Comic Book Den ... 10 ταινίες με απάτες & απατεώνες ... Παράξενη αρχιτεκτονική (στη φανταστική λογοτεχνία) ... ALGOFOLK ... John Bolton (τέχνη) ... Houston Blacklight & Poster Company (& αφίσες blacklight από το ’70) ... Her Private Hell (από τον δημιουργό του The Neon Demon) ... Twilight Zone της Gold Key (κόμιξ) ... Heaven & Hellhound (δωρεάν βιβλίο) ... ταινίες με τρένα ... & πολλά, πολλά ακόμα στο LinX!

 

Οι Θεοί Μιλούν — Το Κλεμμένο Βασίλειο, Τόμος 1


Ο Πρίγκιπας Κάλνεντουρ ωλ Κάρνελεκ επιστρέφει, ύστερα από χρόνια, στην πατρίδα του: το Βασίλειο της Χάρνωθ στη διάσταση της Μοργκιάνης. Στην Υπερυδάτια ήταν γνωστός ως ο Οφιομαχητής· εδώ δεν έχει καμιά από εκείνες τις υπερφυσικές δυνάμεις, αλλά διαπιστώνει ότι παρατηρεί παρουσίες που άλλοι δεν τις παρατηρούν, κι ακούει καλέσματα που άλλοι δεν τα ακούνε. Έχει τρελαθεί από τη μετάβαση ανάμεσα στις διαστάσεις;

Σύντομα θα βρεθεί μπλεγμένος, όχι μόνο στα πολιτικά παιχνίδια εξουσίας που παίζονται στο Βασίλειο της Χάρνωθ, αλλά και στα παιχνίδια των ίδιων των θεών της Μοργκιάνης, που είναι μυστηριώδη και παράξενα, ή, πολλές φορές, ακόμα και ακατανόητα...

Εν τω μεταξύ, η Βασίλισσα Ζώθμαλιρ αλ Μακμάρνουν, που σφετερίστηκε τον θρόνο από τον αδελφό του Κάλνεντουρ πριν από χρόνια, τώρα στέλνει τον στρατό της εναντίον της Όσβελακ, μιας πόλης μέσα στα σκοτεινά Χαρνώθια δάση η οποία διοικείται από τη Χάνκαθιρ αλ Νασόλντουν, γνωστή και ως Κόμισσα των Σκιών. Η Βασίλισσα είναι σίγουρη ότι η Κόμισσα των Σκιών υποθάλπει παρανόμους και φυγάδες και αψηφά την εξουσία της. Σκοπεύει να δώσει ένα τέλος σ’αυτό, προτού προχωρήσει και σε άλλους κακούργους μέσα στο Βασίλειό της, όπως ο επικίνδυνος ληστής Έλκερθιν ο Θανατογέννητος.

Η Χάνκαθιρ, καθώς βλέπει το βασιλικό στράτευμα να πλησιάζει την πόλη της, παρατηρεί τους Αγωνιστές του Βασιλείου μέσα του – αγόρια που το μυαλό τους έχει αλλοιωθεί, από μικρή ηλικία, ώστε να είναι φανατικά πιστά στη Μητέρα του Βασιλείου – και σκέφτεται ότι δεν θέλει να σκοτώσει παιδιά σε καμία περίπτωση. Θέλει να το αποφύγει, πάση θυσία...

Κατεβάστε το